εκκενώνω /ekeniˈno/ Verb

English
evacuate
Italiano
evacuare

Example

  • Ο στρατός **εκκένωσε** (απομάκρυνε/άδειασε) το χωριό πριν την πλημμύρα.
  • The army evacuated the village before the flood.
  • Εδώ τονίζεται η αναγκαστική απομάκρυνση λόγω φυσικής καταστροφής.