εκρήγνυμαι /ekˈrignimi/ Ρήμα
- English
- explode
- Italiano
- esplodere
Example
- Η δεύτερη βόμβα [εκρήγνυται] (αόριστος) σε μια πολυσύχναστη αγορά.
- A second bomb exploded in a crowded market.
- Εδώ χρησιμοποιούμε τον αόριστο για να περιγράψουμε ένα μεμονωμένο, ολοκληρωμένο γεγονός.