εκτενής /ek.tenˈis/ Εκτεταμένος

English
extensive
Italiano
esteso

Example

  • Το ξενοδοχείο είναι χτισμένο σε [ευρύτατος] χώρους.
  • The hotel is set in extensive grounds.
  • Στην καθαρεύουσα θα λέγαμε 'εκτεταμένη έκταση', αλλά το 'ευρύτατος' είναι πιο φυσικό εδώ.