εκτύπωση /ˈptiposi/ Noun

English
printing
Italiano
stampa

Example

  • Η εφεύρεση της **εκτύπωσης** (τυπογραφία / λιθογραφία / χαλκογραφία) άλλαξε τον κόσμο.
  • The invention of printing changed the world.
  • Το «τυπογραφία» εδώ αναφέρεται στην τέχνη/βιομηχανία, όχι μόνο στην πράξη.