ατέλεια /a.teˈli.a/ Noun

English
flaw
Italiano
difetto

Example

  • Το διαμάντι είχε ένα μικρό ψεγάδι — ένα αόρατο ελάττωμα.
  • The diamond had a tiny flaw.
  • Το 'ψεγάδι' είναι πιο ποιητικό για φυσικά αντικείμενα.