Ελέγχω /eˈleŋxo/ Verb

English
check
Italiano
controllare

Example

  • Μου έδωσε τα πρακτικά της συνάντησης να τα διαβάσω και να τα ελέγξω.
  • She gave me the minutes of the meeting to read and check.
  • Το 'έλεγχος' εδώ είναι τυπικό και απαραίτητο.