Εμείς /eˈmis/ Pronoun

English
we
Italiano
noi

Example

  • Εμείς πηγαίνουμε στον κινηματογράφο απόψε.
  • We are going to the cinema tonight.
  • Η απλή, καθημερινή δήλωση της πρόθεσης.