Κλίση / Ροπή (με έμφαση στο «Έχω αδυναμία σε») /kliˈsi/ Noun

English
penchant
Italiano
predilezione

Example

  • Έχει μια έμφυτη ροπή (ισχυρή κλίση / μεγάλη αδυναμία) προς την κλασική μουσική.
  • She has a penchant for classical music.
  • Η «έμφυτη ροπή» είναι η πιο κομψή επιλογή εδώ.