εγχέω εγχέω Verb
- English
- inject
- Italiano
- iniettare
Example
- Η νοσοκόμα **ενέσε** το εμβόλιο στον ώμο του. [ενέω / έκανα ένεση / έβαλα βελόνα] — της: The nurse injected the vaccine into his shoulder.
- The nurse injected the vaccine into his shoulder.
- Το 'ενέω' είναι ο ιατρικός όρος. Το 'έκανα ένεση' είναι η πιο κοινή καθημερινή έκφραση.