Ενημερώνω /inimeˈrono/ Verb
- English
- inform
- Italiano
- informare
Example
- Η κυβέρνηση πήρε αυτή την απόφαση χωρίς να [ενημερώσει] τους πολίτες.
- The government took this decision without informing the public.
- Το 'ενημερώνω' είναι η πιο φυσική επιλογή για την καθημερινή ροή.