Ενισχύω /enisˈxio/ Verb
- English
- reinforce
- Italiano
- rafforzare
Example
- Η μελέτη [ενισχύει] (επιβεβαιώνει / στηρίζει / παγιώνει) την ιδέα ότι ο ύπνος είναι ζωτικής σημασίας για τη μνήμη.
- The study reinforced the idea that sleep is vital for memory.
- Εδώ το 'ενισχύω' λειτουργεί ως πνευματική στήριξη.