Ενότητα /enˈditi/ Noun

English
unity
Italiano
sintonia

Example

  • Η επιτυχία του πρότζεκτ οφειλόταν στην **ενότητα** της ομάδας. [Ομοψυχία / Συμφωνία / Σύμπνοια] — της: Η επιτυχία του πρότζεκτ οφειλόταν στην ομοψυχία της ομάδας.
  • The project succeeded because of the unity among the team members.
  • Στην εργασιακή κουλτούρα, η 'ομοψυχία' τονίζει το κοινό πνεύμα.