τελικά /teˈlika/ Adverb
- English
- ultimately
- Italiano
- in fin dei conti
Example
- Μια κακή διατροφή θα **εν τέλει** οδηγήσει σε ασθένεια. (Εν τέλει / Τελικά / Κατάληξη)
- A poor diet will ultimately lead to illness.
- Εδώ το 'εν τέλει' τονίζει την αναπόφευκτη συνέπεια.