Επικοινωνία /epikoinoˈni.a/ Noun
- English
- contact
- Italiano
- contatto
Example
- Έχασα την επικοινωνία με τους φίλους του λυκείου μου. (Απώλεια επαφής)
- I lost contact with my high school friends.
- Το «χάνω την επαφή» είναι η πιο φυσική έκφραση για την απώλεια επικοινωνίας.