Επεκτείνω /epɛkˈtiːno/ Verb
- English
- extend
- Italiano
- prolungare / allungare
Example
- Σχεδιάζουν να [επεκτείνουν] (παρατείνουν / διευρύνουν) τον διάδρομο προσγείωσης για να χωρέσουν μεγαλύτερα αεροσκάφη.
- They plan to extend the runway to accommodate larger planes.
- Εδώ το 'επεκτείνω' είναι η πιο φυσική επιλογή για φυσική επέκταση.