Επιδίωξη /epiˈðioksi/ Noun

English
pursuit
Italiano
ricerca

Example

  • Η επιδίωξη (επι-δίωξη / προσπάθεια / κυνήγι) της ευτυχίας είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.
  • The pursuit of happiness is a fundamental human right.
  • Εδώ η 'επιδίωξη' είναι η πιο κομψή επιλογή, δίνοντας έμφαση στον σκοπό.