επιστήμονας /epistímonas/ Noun
- English
- scientist
- Italiano
- scienziato
Example
- Ο νέος επιστήμονας (ερευνητής / διανοούμενος / λόγιος) ανακάλυψε ένα νέο είδος στο δάσος.
- The scientist discovered a new species in the rainforest.
- Η λέξη 'ανακάλυψε' (perfective) δείχνει το ολοκληρωμένο αποτέλεσμα της έρευνας.