Επιβεβαίωση /epivɛvaíosi/ Noun
- English
- confirmation
- Italiano
- conferma
Example
- Ακόμα περιμένω την επιβεβαίωση (επιβεβαίωση / επικύρωση / βεβαίωση) των αποτελεσμάτων των εξετάσεων.
- I'm still waiting for confirmation of the test results.
- Στην ιατρική, το 'επικύρωση' είναι πιο συχνό για αποτελέσματα.