εποπτεύω εποπτεύω Verb

English
oversee
Italiano
supervisionare

Example

  • Ο ΟΗΕ θα [εποπτεύσω] (επιβλέπω / διαχειρίζομαι) τις επερχόμενες εθνικές εκλογές.
  • The UN will oversee the upcoming national elections.
  • Το 'εποπτεύω' είναι η πιο επίσημη και κατάλληλη επιλογή για διεθνείς οργανισμούς.