επωφελές /epofoˈelis/ Επωφελής
- English
- beneficial
- Italiano
- benefico
Example
- Η τακτική άσκηση είναι **επωφελής** για την υγεία σου. (Η τακτική άσκηση είναι **ωφέλιμη** / **συμφέρουσα** για την υγεία σου.)
- Regular exercise is beneficial to your health.
- Το 'επωφελής' είναι η πιο ζεστή και σύγχρονη επιλογή εδώ.