χώρος εργασίας /ˈxoɾos eɾɣaˈsias/ Noun
- English
- workplace
- Italiano
- ambiente lavorativo
Example
- Η εισαγωγή νέας τεχνολογίας άλλαξε τον [εργασιακός χώρος (εργασιακός χώρος / χώρος εργασίας / επαγγελματικός τόπος)] — Η τεχνολογία αναδιαμορφώνει το πώς δουλεύουμε.
- The introduction of new technology has changed the workplace.
- Η λέξη «τεχνολογία» είναι ο βασικός παράγοντας αλλαγής σήμερα.