εσώρουχα /esoˈruxa/ Noun
- English
- underwear
- Italiano
- mutande / biancheria intima
Example
- Δεν φοράω ποτέ [τα εσώρουχα / τα βρακιά / τα εσώρουχα] όταν κάνω γιόγκα.
- I never wear underwear.
- Το 'ποτέ' δίνει έμφαση στην απουσία, χρησιμοποιείται ο πληθυντικός.