χρονιά /xroˈɲa/ Noun

English
year
Italiano
anno

Example

  • Οι εκλογές γίνονται κάθε **χρονιά** (χρόνος / περίοδος / δωδεκάμηνο) — η συχνότητα είναι ετήσια.
  • Elections take place every year.
  • Το 'χρονιά' είναι πιο ζεστό και συχνό στον προφορικό λόγο.