ευαίσθητος /evˈisθitos/ AdjectiveEnglishsensitiveItalianosensibileExampleΕίναι ένας ευαίσθητος και δοτικός άνθρωπος. [Ευαίσθητος / Δοτικός / Άνθρωπος]He is a sensitive and caring man.Εδώ τονίζουμε την ενσυναίσθηση και την καλοσύνη.