Ο καθένας /ˈolʲi/ Pronoun
- English
- everybody
- Italiano
- tutti
Example
- Ο καθένας γνωρίζει (ξέρει / αντιλαμβάνεται / αντιλαμβάνεται) πως η εξάσκηση φέρνει την τελειότητα.
- Everybody knows that practice makes perfect.
- Η παροιμία είναι παγκόσμια και πολύ οικεία.