Εμφανής /ˈɛvɪdənt/ Εμφανής

English
evident
Italiano
evidente

Example

  • Η ορχήστρα έπαιζε με **φανερή** ευχαρίστηση.
  • The orchestra played with evident enjoyment.
  • Εδώ το «φανερή» είναι πιο ζεστό από το «εμφανής».