Ευκολία /evkoˈli.a/ Noun

English
ease
Italiano
agio

Example

  • Πέρασε τις εξετάσεις με **ευκολία** (αβίαστα / άνεση / χάρη) — σαν να έλυνε ένα παζλ.
  • She passed the exam with ease.
  • Το «με ευκολία» είναι η πιο μαγνητική έκφραση.