ΕΥΝΟΪΚΟΣ /evˈnɪkɔs/ Ευνοϊκός

English
favourable
Italiano
favorevole

Example

  • Η συνέντευξη ήταν **ευνοϊκή** για την υποψηφιότητά της. [Ευχάριστη / Θετική / Ελπιδοφόρα] — της έδωσε το εισιτήριο.
  • She made a favourable impression on his parents.
  • Εδώ τονίζεται η θετική έκβαση της διαδικασίας.