Εξέταση /ekséːtasi/ Noun

English
examination
Italiano
esame

Example

  • Οι επιτυχόντες στις Γενικές Εξετάσεις θα ειδοποιηθούν με αλληλογραφία.
  • Successful candidates in GCSE examinations will be notified by mail.
  • Εδώ εννοούμε τις Πανελλήνιες Εξετάσεις, το μεγάλο τεστ εισόδου στο Πανεπιστήμιο.