θηλυκό /θiˈlʲiko/ AdjectiveEnglishfemaleItalianodonna / femminileExampleΗ θηλυκή φοιτήτρια κέρδισε την υποτροφία.The female student won the scholarship.Η λέξη 'θηλυκή' είναι η πιο άμεση μετάφραση.