Φήμη /ˈfimi/ Noun
- English
- fame
- Italiano
- fama
Example
- Η τραγουδίστρια απέκτησε αστραπιαία φήμη μετά το βίντεό της που έγινε viral. [Δημοσιότητα / Αναγνώριση / Λάμψη] — της: Η τραγουδίστρια απέκτησε αστραπιαία φήμη μετά το βίντεό της που έγινε viral.
- She achieved instant fame after her video went viral.
- Το «αστραπιαία» δίνει έμφαση στην ταχύτητα της επιτυχίας στα social media.