φοράω /foˈra.o/ Verb

English
wear
Italiano
indossare

Example

  • Φοράει ένα χρυσό δαχτυλίδι.
  • She wears a gold ring.
  • Το «Φοράω» είναι η πιο άμεση μετάφραση για αντικείμενα στο σώμα.