Φορολογούμενος /fo.ro.lo.ʝuˈme.nos/ Noun
- English
- taxpayer
- Italiano
- contribuente
Example
- Το έργο χρηματοδοτήθηκε από τον τοπικό **φορολογούμενο** (Ο πολίτης που πληρώνει / Ο απλός πολίτης / Ο συνεισφέρων). — Η στήριξη της κοινότητας είναι ευθύνη όλων μας.
- The project was funded by the local taxpayer.
- Εδώ τονίζουμε την ιδιότητα του πολίτη που συνεισφέρει.