φούστα /ˈfusta/ Noun

English
skirt
Italiano
gonna

Example

  • Φόρεσε μια μακριά, αέρινη [φούστα] στο πανηγύρι.
  • She wore a long, flowing skirt to the festival.
  • Η 'αέρινη' δίνει την αίσθηση της κίνησης.