Προβάλλω / Πρόσοψη /proˈvallo/ Noun

English
front
Italiano
fronte / davanti / facciata

Example

  • Η πρόσοψη του παλιού αρχοντικού πλέκεται με κισσό.
  • The front of the building was covered with ivy.
  • Η 'πρόσοψη' είναι η πιο κομψή επιλογή για κτίρια.