φτωχός /ftoˈxos/ Adjective
- English
- poor
- Italiano
- povero
Example
- Ήταν τόσο [φτωχοί] (στερημένοι / άποροι) που δεν μπορούσαν να αγοράσουν παπούτσια για τα παιδιά.
- They were too poor to buy shoes for the kids.
- Το 'φτωχοί' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή.