Γειτονιά /ʝitoniˈa/ Noun

English
neighbourhood
Italiano
vicinato

Example

  • Μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά (συνοικία / περιοχή) — είμαστε σαν αδέρφια.
  • We grew up in the same neighbourhood.
  • Η 'γειτονιά' υποδηλώνει οικειότητα, όχι απλή γεωγραφία.