γέλιο /ˈʝe.li.o/ NounEnglishlaughterItalianorisataExampleΗ ταινία ήταν γεμάτη [γέλιο] (χαρά / ευθυμία / κέφι) — η ατμόσφαιρα ήταν τέλεια.The movie was filled with laughter.Το 'γέλιο' είναι η πιο άμεση και κοινή λέξη.