έδαφος /eˈða.fos/ Noun

English
ground
Italiano
terra

Example

  • Τη βρήκα ξαπλωμένη στο χώμα (χώμα / χώμα / χώμα) — της γης.
  • I found her lying on the ground.
  • Το 'χώμα' είναι πιο ζεστό και καθημερινό από το 'έδαφος'.