gig (ως δάνειο) /ɡiɡ/ NounEnglishgigItalianoingaggioExampleΤο συγκρότημα θα [INLINE SYNONYMY: πληρωμένη εμφάνιση (ανάθεση/δουλειά/πληρωμένη εμφάνιση)] στο Λονδίνο.The band is playing a gig in London.Εδώ το 'gig' είναι η συναυλία.