Αυθεντικός /afθenˈdikos/ Ειλικρινής

English
genuine
Italiano
sincero

Example

  • Είναι η ζωγραφιά **γνήσιος** Πικάσο; (Ο **αληθινός** / **πραγματικός**)
  • Is the painting a genuine Picasso?
  • Εδώ τονίζουμε την προέλευση και την αυθεντικότητα του καλλιτέχνη.