Ιδιωτικοποίηση /iðiotikopiˈisi/ Noun
- English
- privatization
- Italiano
- privatizzazione
Example
- Η ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ της εθνικής αεροπορικής εταιρείας ολοκληρώθηκε πέρυσι. (Η εκχώρηση / Η μεταβίβαση / Η εκποίηση) — της κρατικής περιουσίας.
- The privatization of the national airline was completed last year.
- Το 'ολοκληρώθηκε' τονίζει την περασμένη, τελική πράξη (perfective).