ηλεκτρολογικός /ilektrolɔʝiˈkos/ Adjective
- English
- electrical
- Italiano
- elettrico
Example
- Η κατοικία χρειάζεται έναν ηλεκτρικός έλεγχο. [ηλεκτρικός / έλεγχος / επιθεώρηση] — Η σωστή έκφραση είναι 'ηλεκτρολογική επιθεώρηση'.
- The house needs an electrical inspection.
- Στην πράξη, χρησιμοποιούμε συχνά 'ηλεκτρολογικός' για εργασίες.