ηλίθιος /iˈliθios/ Noun
- English
- idiot
- Italiano
- idiota
Example
- Ένιωσα σαν **ηλίθιος** όταν συνειδητοποίησα ότι ήμουν στη λάθος πύλη.
- I felt like such an idiot when I realized I was at the wrong gate.
- Εδώ χρησιμοποιείται το επίθετο ως ουσιαστικό, η πιο φυσική μορφή.