Ηθική /iˈθici/ Noun
- English
- morality
- Italiano
- moralità
Example
- Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην **ηθική** της χρήσης της Τεχνητής Νοημοσύνης στα δημιουργικά πεδία.
- The debate centered on the morality of using AI in creative fields.
- Εδώ η λέξη λειτουργεί ως το αντικείμενο της συζήτησης, το κεντρικό ζήτημα.