Ήττα /iˈta/ Noun

English
defeat
Italiano
sconfitta

Example

  • Το κόμμα αντιμετωπίζει την **ήττα** στις επερχόμενες εκλογές. [συντριβή / αποτυχία / κατατρόπωση] — Η πολιτική ανάλυση έδειξε ότι η **ήττα** ήταν αναπόφευκτη.
  • The party faces defeat in the upcoming election.
  • Στην πολιτική, η 'ήττα' είναι ο καθιερωμένος όρος.