αστείο /asˈteio/ Noun

English
joke
Italiano
battuta

Example

  • Είπε ένα πολύ καλό αστείο στο πάρτι.
  • He told a great joke at the party.
  • Η λέξη «αστείο» είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.