κακό /kaˈko/ Adjective
- English
- evil
- Italiano
- malvagio / male
Example
- Η αστυνομία περιέγραψε τον δολοφόνο ως έναν απελπισμένο και **κακό** άνθρωπο.
- Police described the killer as a desperate and evil man.
- Εδώ το 'κακός' είναι η πιο άμεση και συνηθισμένη μετάφραση.