κανάλι /kaˈnali/ Noun

English
channel
Italiano
canale

Example

  • Σε ποιο [κανάλι] παίζει ο αγώνας;
  • What channel is the game on?
  • Το 'κανάλι' είναι η μόνη επιλογή για τηλεοπτικό σταθμό.