Κανάλι /kaˈnali/ Noun
- English
- canal
- Italiano
- canale
Example
- Η Διώρυγα του Σουέζ είναι κρίσιμη δίοδος για την παγκόσμια [κανάλι] ναυσιπλοΐα.
- The Suez Canal is a critical route for global shipping.
- Εδώ το 'κανάλι' λειτουργεί ως γενικός όρος, ενώ 'διώρυγα' είναι πιο τεχνικό.